..:  HSB-Verlag Lesen ist spannender  :..
 
.
Ερωτική εξομολόγηση

Δεσπόζουσα είναι η θέση της Κρήτης στη νησιώτικη ορχήστρα της υφηλίου. Οι μελωδίες της δεν ακολουθούν τις παρτιτούρες του συνηθισμένου, σε πηγαίνουν σε ένα κόσμο, που ξεπερνά τους ορίζοντες του ορατού. Τίποτα δεν είναι αδύνατο.

Ένα πρωϊνό, ο δρόμος μου με φέρνει σε ένα μικρό χωριό στον Ψηλορείτη. Στην εκκλησία γίνεται βάφτιση. Θέλω να το ζήσω από κοντά, πηγαίνω και εγώ εκεί που στέκονται οι άλλοι, πλησιάζω όσο πιο πολύ μπορώ στην κολυμπήθρα, εκεί που βουτούν το μικρό Αδάμ στο νερό που χαρίζει την αιώνια ζωή. Μουρμουρίζω και εγώ τα λόγια που μουρμουρίζουν οι άλλοι, κάνω το σταυρό μου, όταν κάνουν οι άλλοι το σταυρό τους. Δεν φαίνεται να ενοχλούνται.

Κάποτε τελειώνει η βάφτιση. Ο ιερέας φεύγει βιαστικά, εγώ βγαίνω από την εκκλησία. Και τότε ακούγεται η φωνή του παπά από τα μεγάφωνα που είναι στερεωμένα στο καμπαναριό. Ο Αντίχριστος είναι, λέει, εδώ, ανακατεύθηκε με τους πιστούς. Όλοι με κοιτάζουν. Χαίρομαι που το αυτοκίνητό μου είναι μόνο δυο βήματα παραπέρα. Εκμεταλλεύομαι την αμηχανία των χωρικών και απομακρύνομαι γρήγορα. Με πήραν για τον οξαποδώ.

 

Σήμερα πια ξέρω το λόγο. Δεν έκανα σωστά το σταυρό μου. Έπρεπε να είχα ενώσει τα τρία δάκτυλα και να είχα κρατήσει ενωμένα στην παλάμη τα άλλα δύο, ομολογώντας έτσι την πίστη μου στην Αγία Τριάδα και στις δύο αληθινές φύσεις του Ιησού Χριστού. Αντί γι’ αυτό όμως έκανα το σταυρό μου και με τα πέντε δάκτυλα: σύμφωνα με την ορθόδοξη ερμηνεία λοιπόν, τρία για την Τριάδα, ένα για την Παναγία και το πέμπτο για τον Πάπα στη Ρώμη. Απ’ αυτό μαρτυρήθηκε ο Αντίχριστος...

Είναι επτά το πρωί, αλλά πολλά χρόνια αργότερα, και βρίσκομαι σε μία μεγάλη εκκλησία στο οροπέδιο του Λασιθίου. Δεν φαίνεται να υπάρχει ψυχή. Κάνω το σταυρό μου – όπως πρέπει πλέον. Μετά από είκοσι λεπτά με πλησιάζει μια ηλικιωμένη γυναίκα και αφήνει κάτω τον κουβά και τη σφουγγαρίστρα με τα οποία καθάρισε την εκκλησία. Με καλεί να πάω μαζί της. Κλείνει τις πόρτες της επίγειας πρεσβείας των ουρανών και με πηγαίνει σε ένα μικρό σπιτάκι απέναντι, στρώνει τραπέζι για πρωινό με ό,τι έχει η απλοϊκή κουζίνα της: μέλι και τυρί, αυγά και παξιμάδια, μαρμελάδα, φρούτα, καρύδια και κατσικίσιο γάλα. Δεν μιλάει και πολύ, μόνο με κοιτάζει και επιμένει σώνει και καλά να φάω. Προτού φύγω, τη ρωτάω: «Γιατί είσαι τόσο φιλόξενη μαζί μου». Και μου απαντά: «Και που ξέρω γω ότι δεν είσαι ο Χριστός που με δοκιμάζει;»

Στην Κρήτη μπορώ να είμαι και τα δύο: Και Αντίχριστος και Υιός Θεού μαζί. Και πάνω από όλα άνθρωπος. Γιαυτό αγαπώ την Κρήτη.

Κλάους Μπέτικ (Klaus Bötig)
Transteted by Λασκαρίνα Εμμανουήλ



  www.hsb-verlag.com